RnD soft Sianni Koutsandrias Φωτοκίνηση


Aixmh Web TV Aixmh Radio Aixmh Pdf


Διατροφική κρίση: κοινωνία, βιοποικιλότητα, περιβάλλον

Written by Αιχμή της Αρκαδίας. Posted in Παρέμβαση

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Published on Ιανουαρίου 03, 2012 with 2 Comments

Γράφει ο  Γιάννης Τόλιος,

διδάκτωρ οικονομικών επιστημών

Εισαγωγή

Το νέο μεγάλο κύμα ανατιμήσεων στα τρόφιμα το 2010-11, ξεπέρασε σε πολλές περιπτώσεις το προηγούμενο «κύμα» του 2007-08 και οδηγεί σε νέες εξεγέρσεις πεινασμένων κυρίως σε αναπτυσσόμενες χώρες και στην υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Όλα δείχνουν ότι η «διατροφική κρίση» με την ένταση, το βάθος και τη διάρκεια που παρουσιάζει, πέρα από έκτακτους και συγκυριακούς παράγοντες, έχει μονιμότερες αιτίες που συνδέονται με τη γενικότερη οικονομική κρίση και την άκρατη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία τραπεζών και πολυεθνικών εταιριών, δείχνοντας τα όρια του σημερινού συστήματος και του κυρίαρχου μοντέλου παραγωγής τροφίμων.

Για να δώσουμε μια εικόνα της κατάστασης των τελευταίων χρόνων, οι τιμές των σιτηρών στην διεθνή αγορά στο διάστημα Μάρτιος ’07-Μάρτιος ’08, αυξήθηκαν κατά 130%, οι τιμές του ρυζιού κατά 80%, ενώ του καλαμποκιού κατά 35%. Οι χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές τροφίμων έχουν αυξήσει απότομα τις δαπάνες για τρόφιμα, ενώ οι φτωχές οικογένειες αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα γιατί δεν μπορούν να αγοράσουν τα βασικά μέσα συντήρησης. Σε πολλές χώρες οι τιμές των δημητριακών διπλασιάστηκαν ή τριπλασιάστηκαν και έγιναν αιτία μεγάλων διαδηλώσεων και βίαιων επεισοδίων, όπως στην Αϊτή, Καμερούν, Αίγυπτο, Σομαλία, Φιλιππίνες, κ.ά.

Από την άλλη, σύμφωνα με νεότερα στοιχεία του «Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας» του ΟΗΕ (FAO), η τιμή του σταριού το 2010 αυξήθηκε κατά 47%, του καλαμποκιού 50%, της σόγιας 34% και προβλέπεται να αυξηθούν περαιτέρω. Επίσης σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, το καλοκαίρι του 2011 οι τιμές των ειδών διατροφής σε παγκόσμια κλίμακα είχαν αυξηθεί κατά 33% σε σχέση με πέρυσι, ενώ οι τιμές πετρελαίου κατά 45% όπως και οι τιμές των λιπασμάτων. Στα μέσα του 2010 στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Σικάγου, ένα «μπούσελ» σιτάρι (μονάδα μέτρησης δημητριακών) κόστιζε 5,5 $ και στις αρχές 2011 κόστιζε 8,2 $, δηλαδή 50% ακριβότερο. Αντίστοιχα το καλαμπόκι από 4 $ ανέβηκε στα 6,6 $ (+70%) και η σόγια από 9 σε 14 $ (+50%)1.

Η διατροφική κρίση συνδέεται βέβαια στενά με τη γενικότερη περιβαλλοντική κρίση, αποτυπώνοντας και οξύνοντας τις καταστροφικές επιδράσεις της καπιταλιστικής λογικής του κέρδους στο περιβάλλον, στη σχέση του ανθρώπου με τη φύση και την παραγωγική δραστηριότητα. Στο παρόν άρθρο θα αναλύσουμε μια σειρά αιτίες και όψεις της διατροφικής κρίσης, όπως η διαγραφόμενη απειλητική κατάσταση στις χώρες του Τρίτου Κόσμου αλλά πλέον και τις καπιταλιστικές μητροπόλεις, οι επιπτώσεις της κερδοσκοπίας των πολυεθνικών κολοσσών και άλλων επιβαρυντικών παραγόντων, ο ρόλος των βιοκαυσίμων και των μεταλλαγμένων, η κατάσταση στον τομέα των τροφίμων στην Ελλάδα και η εναλλακτική οικοσοσιαλιστική πρόταση της τροφικής αυτάρκειας.

 

1. Χαρακτήρας, αιτίες, προεκτάσεις της «διατροφικής κρίσης»

Ο όρος «διατροφική κρίση», συνδέεται τόσο με θέματα παραγωγής και επάρκειας τροφίμων, όσο και με θέματα ακρίβειας, ποιότητας τροφίμων, διατροφικής ασφάλειας και χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, καθώς και με τη βιώσιμη ανάπτυξη, τη βιοποικιλότητα και την προστασία του περιβάλλοντος. Το διατροφικό πρόβλημα δεν είναι βέβαια καινούργιο. Στις αρχές της νέας χιλιετίας, σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ για την «ανθρώπινη ανάπτυξη», πάνω από 850 εκατ. άτομα, κυρίως στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, πεινούσαν, ενώ το 2010 είχαν ξεπεράσει το 1,2 δισεκατομμύρια. Οι αλλεπάλληλες εξεγέρσεις πεινασμένων σε δεκάδες χώρες δείχνουν ότι το πρόβλημα οξύνεται. Οι αυξήσεις των τιμών πάνω από 60% στα τρόφιμα τα δύο τελευταία χρόνια, σημαίνουν ότι όσοι ζουν με 1 δολάριο την ημέρα πρέπει να κόψουν στο μισό τη διατροφή τους, με αποτέλεσμα υποσιτισμό, ασθένειες και θανάτους από ασιτία. Αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, οι πεινασμένοι στην τρέχουσα δεκαετία θα ξεπεράσουν το 1,5 δισεκατομμύριο άτομα, σε σύνολο 7 δισεκατομμυρίων ανθρώπων του πλανήτη.

Ορισμένοι αναλυτές αποδίδουν τις αυξήσεις των τιμών στα τρόφιμα στις κακές σοδειές λόγω κλιματικών αλλαγών (ξηρασία, πλημμύρες, κ.ά.), στην ανατίμηση του πετρελαίου, την αύξηση της ζήτησης δημητριακών για παραγωγή βιοκαυσίμων, την αύξηση της ζήτησης τροφίμων από την Κίνα και την Ινδία, την αύξηση του πληθυσμού της Γης, κ.ά. Προβλέπουν μάλιστα ότι αν δεν βρεθούν τρόποι να αυξηθεί η παραγωγή, οι πεινασμένοι θα ξεπεράσουν τα 2 δισεκατομμύρια το 20502. Ωστόσο για την ερμηνεία του φαινομένου δεν επαρκούν οι αναφορές σε συγκυριακές ή εξωγενείς αιτίες. Χρειάζεται να πάμε βαθύτερα στους παράγοντες που συνδέονται με το όλο σύστημα παραγωγής, ανταλλαγής, κατανομής και κατανάλωσης των παραγόμενων τροφίμων.

Ειδικότερα, σημαντικό ρόλο στις ανατιμήσεις παίζει η κερδοσκοπία στα διεθνή χρηματιστήρια εμπορευμάτων, λόγω υπαρκτών ή τεχνητών ελλείψεων3. Συγκεκριμένα λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι κερδοσκόποι μετακινήθηκαν από τα διάφορα χρηματιστηριακά «προϊόντα» (μετοχές, ομόλογα, swaps, CDS, κ.ά.), σε υλικές αξίες (εμπορεύματα, πολύτιμα μέταλλα, πρώτες ύλες, αγροτικά προϊόντα, κ.ά.), με αποτέλεσμα την

ένταση της κερδοσκοπίας σε αυτά. Αξίζει να σημειωθεί σχετικά ότι ενώ το 2003 στα διεθνή χρηματιστήρια εμπορευμάτων ήταν τοποθετημένα 12 δις $, στο τέλος του 2008 οι

τοποθετήσεις υπερέβαιναν τα 30 δις $4.

Τα κερδοσκοπικά παιγνίδια εντείνονται από την ισχυρή θέση που κατέχουν οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες τροφίμων και οι αλυσίδες super-markets, σε βασικούς κρίκους της παραγωγής, επεξεργασίας και διακίνησης αγροτικών προϊόντων και ειδών διατροφής5, με αποτέλεσμα να καθορίζουν τις τιμές, αξιοποιώντας άλλοτε τη μεγαλύτερη ζήτηση και άλλοτε καταφεύγοντας σε αποθεματοποιήσεις και στη δημιουργία τεχνητών ελλείψεων. Κάτι ανάλογο ισχύει και στον τομέα των αγροτικών εισροών (αγροεφόδια) σε βάρος παραγωγών και σε όφελος των πολυεθνικών εταιριών.

Κατά συνέπεια, το πρόβλημα δεν είναι γενικά η «έλλειψη» τροφίμων, αλλά ο άνισος τρόπος κατανομής τους και ο έλεγχος της διακίνησής τους, παράλληλα με τη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία των μεγάλων εταιριών. Σύμφωνα με τον FAO (Food and Agriculture Organization, Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ), τα παραγόμενα σήμερα τρόφιμα αρκούν για να θρέψουν όλο τον πληθυσμό της Γης, ακόμα κι αν έφθανε 12 δισεκατομμύρια άτομα! Όπως επισημαίνουν μελετητές, το παράδοξο της ύπαρξης πλεονασμάτων τροφής και πεινασμένων-υποσιτιζόμενων ανθρώπων, αποτελεί δομικό στοιχείο του υφιστάμενου μοντέλου παραγωγής και διανομής. Η υπαγωγή κάθε ανθρώπινης ανάγκης και δραστηριότητας στο μηχανισμό της συσσώρευσης κεφαλαίου, έχει ως αποτέλεσμα η αγοραστική δύναμη να αντικαθιστά ολοένα και περισσότερο τα ανθρώπινα δικαιώματα6.

Σοβαρός παράγοντας έλλειψης τροφίμων και αύξησης των τιμών, είναι η νεοφιλελεύθερη πολιτική στον αγροτικό τομέα, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και στο διεθνές εμπόριο. Συγκεκριμένα, οι ρυθμίσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) και οι περιφερειακές συμφωνίες «ελεύθερου εμπορίου» (free trade agreements), λειτουργούν ως «ακήρυκτος πόλεμος» κατά των μικρών παραγωγών7. Η φιλελευθεροποίηση των αγροτικών σχέσεων, δηλαδή η πολιτική απορρύθμισης και ενίσχυσης του ρόλου των αγορών, οδηγεί σε ένταση της «εμπορευματοποίησης» της αγροτικής παραγωγής και στον οικονομικό καταναγκασμό των αγροτών, να παράγουν για λογαριασμό των πολυεθνικών εταιριών και των αλυσίδων super-markets, με όρους παγκόσμιας αγοράς. Ωστόσο, η επικέντρωση της αγροτικής παραγωγής στις εξαγωγές, μειώνει την παραγωγή τροφίμων για τις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού, αποδιαρθρώνει τις τοπικές κοινωνίες και εντείνει την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση εκατομμυρίων αγροτών που ζουν σε «γκέτο» μεγάλων πόλεων υπό άθλιες συνθήκες8. Η πολιτική αυτή εντείνεται από τις δεσμεύσεις που επιβάλλει, στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες το ΔΝΤ, για παραγωγή τροφίμων με στόχο τις εξαγωγές προς εξεύρεση συναλλάγματος και εξόφληση του δημόσιου εξωτερικού χρέους. Παράλληλα, οι πρακτικές «ντάμπινγκ» που ακολουθούν οι αναπτυγμένες χώρες (εξάγουν τρόφιμα σε χαμηλές τιμές μέσω εξαγωγικών επιδοτήσεων), χτυπούν την ντόπια παραγωγή και εντείνουν τη διατροφική εξάρτηση των αναπτυσσόμενων9, εκβιάζοντας στη συνέχεια την παραχώρηση ευνοϊκών ρυθμίσεων, για επενδύσεις, βιομηχανικά προϊόντα, πατέντες, αγορά όπλων κ.ά., ενώ οι εθνικές κυβερνήσεις απέχουν από παρεμβάσεις και ρυθμίσεις στην αγορά, προκειμένου να προστατευθούν παραγωγοί και καταναλωτές από τις απότομες διακυμάνσεις των τιμών.

Η διατροφική κρίση και οι μεγάλες ανατιμήσεις τροφίμων, δεν αφορούν μόνο τις αναπτυσσόμενες αλλά και τις αναπτυγμένες χώρες. «Η πείνα που πιστεύαμε ότι εξαλείφθηκε γυρίζει στην Ευρώπη», επισημαίνουν με ανακοίνωσή τους οι αγροτικές ευρωπαϊκές οργανώσεις COPA και COGECA, με αποτέλεσμα 74 εκατ. πολίτες της ΕΕ να ζουν σήμερα κάτω από το όριο της φτώχειας. Από την άλλη, η μείωση της παραγωγής δημητριακών και άλλων αγροτικών προϊόντων, εξαιτίας των ρυθμίσεων της νέας ΚΑΠ (κοινής αγροτικής πολιτικής), σε συνδυασμό με την απότομη αύξηση του κόστους παραγωγής (ανατίμηση ενέργειας, λιπασμάτων και ζωοτροφών), πλήττουν σκληρά τους μικρομεσαίους παραγωγούς. Η κατάσταση γίνεται δυσκολότερη στον ευρωπαϊκό νότο, όπου τα κυριότερα «μεσογειακά προϊόντα» (λάδι, ελιές, κρασί, οπωροκηπευτικά, κ.ά.), πλήττονται από τα μέτρα αναδιάρθρωσης της ΚΑΠ οδηγώντας σε μεγάλη μείωση της παραγωγής. Η ελληνική ύπαιθρος και συνολικά η ελληνική κοινωνία, βιώνει την τελευταία πενταετία τις δραματικές συνέπειες της συγκεκριμένης πολιτικής.

Η απότομη άνοδος της τιμής των τροφίμων, αποτελεί μεγάλη ευκαιρία υψηλών κερδών για τους εμπόρους, κερδοσκόπους και μεταποιητές, σε βάρος των λαϊκών καταναλωτών και των μικρομεσαίων παραγωγών. Ακόμα κι οι παραγωγοί σιτηρών παρά τις ανατιμήσεις, πολύ λίγο ωφελούνται, γιατί το μεγαλύτερο μέρος των αυξήσεων πάνε στις εταιρίες-ενδιάμεσους που αγοράζουν και επεξεργάζονται τα σιτηρά για την παραγωγή ειδών διατροφής. Ιδιαίτερα σκληρά πλήττονται από τις ανατιμήσεις ζωοτροφών (στάρι, καλαμπόκι, πίτουρα, κ.ά.) τα τελευταία χρόνια οι κτηνοτρόφοι: οι «τιμές παραγωγού» στο γάλα και το κρέας που καθορίζουν τα διάφορα «καρτέλ», παραμένουν σχεδόν στα ίδια επίπεδα, ενώ στην κατανάλωση πωλούνται πανάκριβα. Ανάμεσα στα θύματα της ανόδου των τιμών είναι οι εργάτες γης, οι εργαζόμενοι με συμβόλαια παραγωγής και οι οικονομικοί μετανάστες, καθώς και τα φτωχά λαϊκά στρώματα στις πόλεις, οι περιθωριακές κοινωνικές ομάδες, άνεργοι, άστεγοι, κ.ά., που ξοδεύουν 80-90% του εισοδήματός τους στη διατροφή.

Επίσης σημαντικός παράγοντας επιδείνωσης της «διατροφικής κρίσης», είναι οι ανατιμήσεις πετρελαίου και η στροφή της ζήτησης αγροτικών προϊόντων για την παραγωγή «βιοκαυσίμων» ή ορθότερα «αγροκαυσίμων». Τελευταία, πολλές πολυεθνικές από ισχυρές χώρες (ΗΠΑ, ΕΕ, κ.ά.), για οικονομικούς και υποτιθέμενους περιβαλλοντικούς λόγους, έχουν περάσει στην ανάπτυξη της παραγωγής «βιοντίζελ» (πετρελαίου) και «βιοαιθανόλης» (βενζίνης), με επιχορηγήσεις επενδύσεων από το κράτος, αποκαλύπτοντας την υποκρισία των νεοφιλελεύθερων θεωρητικών ότι οι επιδοτήσεις στους αγρότες στρεβλώνουν τους κανόνες ανταγωνισμού. Ως αποτέλεσμα, μεγάλο μέρος των καλλιεργούμενων εκτάσεων καλύπτεται με προϊόντα παραγωγής «βιοκαυσίμων» (καλαμπόκι, σόγια, λιναρόσπορο), μειώνοντας αντίστοιχα την παραγωγή ειδών διατροφής. Η στροφή στα «βιοκαύσιμα» εντείνει από την άλλη την αναζήτηση νέων εκτάσεων και μοιραία οδηγεί σε εκχερσώσεις και καταστροφή δασών, ενίσχυση του μοντέλου της εντατικής γεωργίας και της χρήσης αγροχημικών, αύξηση της εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα, ένταση του φαινομένου θερμοκηπίου, επιτάχυνση των κλιματικών αλλαγών, αύξηση ξηρασίας και πλημμυρών, κοκ10. Παρότι ο ρόλος των βιοκαυσίμων στην διατροφική κρίση παραμένει ακόμα σχετικά μικρός11, δημιουργείται ηθικό πρόβλημα όταν εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη λιμοκτονούν. Κατά τον υπουργό οικονομικών της Ινδίας Σιταμπάραμ, η συγκεκριμένη επιλογή ισοδυναμεί με «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας» και θα πρέπει άμεσα να σταματήσει12.

 

2. Μοντέλο παραγωγής, ποιότητα τροφίμων και περιβάλλον

Σημαντική πλευρά της διατροφικής κρίσης αποτελεί και το μοντέλο παραγωγής προϊόντων που έχει άμεση σχέση με την ποιότητα τροφίμων και το περιβάλλον. Ειδικότερα, το μοντέλο της «εντατικής γεωργίας», εκτός από την ολιγοπωλιακή συγκέντρωση της παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας τροφίμων, συνδέεται με την εκτεταμένη χρήση αγροχημικών τα οποία υποβαθμίζουν την ποιότητα των προϊόντων, δημιουργούν κινδύνους στην ανθρώπινη υγεία και ασκούν μακροχρόνιες και ανεπανόρθωτες βλάβες στη φύση. Παράλληλα, το συγκεκριμένο μοντέλο συνδέεται με τη σπάταλη χρήση φυσικών πόρων, την άκρατη εμπορευματοποίηση και τα στρεβλά παραγωγικά και καταναλωτικά πρότυπα. Η ανάγκη ριζικής στροφής στον τρόπο παραγωγής προϊόντων, χρησιμοποιώντας βιώσιμες μέθοδες παραγωγής (παραδοσιακές, βιολογικές, ολοκληρωμένης διαχείρισης), αποτελεί μεγάλης σημασίας ζήτημα και σχετίζεται με τις τοπικές, περιφερειακές και εθνικές διατροφικές ανάγκες και μόνο «εξ υπολοίπου» θα πρέπει να συνδέεται με την παραγωγή προϊόντων για εξαγωγές. Επακόλουθο του βιώσιμου παραγωγικού μοντέλου είναι και ένα αντίστοιχο μοντέλο κατανάλωσης και «διαίτης», που θα πρέπει να στηρίζεται στις διατροφικές παραδόσεις κάθε χώρας, την τοπική παραγωγή, τους κανόνες υγιεινής διατροφής και ασφάλειας τροφίμων και προστασίας του περιβάλλοντος. Στην περίπτωση της χώρας μας το μοντέλο της «μεσογειακής δίαιτας», διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σχέση με το μοντέλο του «fast-food» που προωθούν οι πολυεθνικές.

Από την άλλη, το μοντέλο της εντατικής γεωργίας και της άκρατης εμπορευματοποίησης, συνδέεται με τα αυξανόμενα κρούσματα υποβάθμισης της ποιότητας των τροφίμων. Τα μεγάλα «διατροφικά σκάνδαλα», όπως οι «τρελές αγελάδες», κοτόπουλα και χοιρινά με διοξίνες, ελαιόλαδο με παραφινέλαιο, κ.ά., αποτελούν εκδηλώσεις ενός και του αυτού φαινομένου, της ασυδοσίας των «agribusiness» που διευκολύνεται από την απορύθμιση των μηχανισμών ελέγχου της ποιότητας τροφίμων. Τελευταίο κρούσμα που είδε το φως της δημοσιότητας, ήταν η διοχέτευση στην ελληνική αγορά από τη Γερμανία, μέσω της πολυεθνικής αλυσίδας σούπερ-μάρκετ «Lidl», με την εμπορική ονομασία Marvest, ακατάλληλων κρεάτων (κατεψυγμένος βοδινός κιμάς στον οποίο υπήρχε το παθογόνο βακτήριο E.coli 0157, ικανό να προκαλέσει επιδημία – σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες υπήρξαν δεκάδες θάνατοι), που αποτράπηκε την τελευταία στιγμή χάρις στον έλεγχο και την εντολή καταστροφής τους από τον ΕΦΕΤ.

Μια νέα διάσταση στην ποιότητα τροφίμων και την διατροφική κρίση δίνουν οι εταιρίες βιοτεχνολογίας, με τη χρησιμοποίηση «γενετικά τροποποιημένων οργανισμών» (ΓΤΟ) για την παραγωγή μεταλλαγμένων τροφίμων. Η χρήση ΓΤΟ στην παραγωγή «μεταλλαγμένων προϊόντων», εκτός από μεγάλους κινδύνους στη δημόσια υγεία, πλήττει τη βιοποικιλότητα, τους μικρομεσαίους παραγωγούς και τη διατροφική ασφάλεια. Ταυτόχρονα, ένας μικρός αριθμός πολυεθνικών βιοτεχνολογίας, με επικεφαλής την Monsanto, με την επιβολή των ΓΤΟ, επιχειρούν να ελέγξουν τη «τροφική αλυσίδα», θέτοντας υπό ιδιόμορφη διατροφική ομηρία, χώρες, λαούς, παραγωγούς και καταναλωτές. Την τελευταία δεκαετία διεξάγεται μια σκληρή μάχη η οποία δεν έχει κριθεί οριστικά, για το αν θα κυριαρχήσει ή όχι το «διαγονιδιακό» μοντέλο παραγωγής ειδών διατροφής. Ιδιαίτερα έντονα αντανακλάται η συγκεκριμένη μάχη στις αντιφατικές ρυθμίσεις της ΕΕ για τους ΓΤΟ13. Ελπιδοφόρα εξέλιξη αποτελεί, κάτω από την πίεση κοινωνικών οργανώσεων και τις αντιδράσεις ορισμένων χωρών (Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Ουγγαρία, Ελλάδα, Λουξεμβούργο), η απαγόρευση της καλλιέργειας «μεταλλαγμένων», ακόμα και εκείνων που είχαν κατ’ αρχήν λάβει έγκριση από την ΕΕ (καλαμπόκι Bt και πατάτα amflora), στο όνομα της «ρήτρας προφύλαξης».

Πέρα από τα προβλήματα δημόσιας υγείας, διατροφικής εξάρτησης και καταστροφής μικροπαραγωγών, η χρήση ΓΤΟ σε ανοικτούς αγρούς, επιφέρει ανυπολόγιστες αρνητικές συνέπειες στη βιοποικιλότητα, εξαιτίας των κινδύνων «επιμόλυνσης» του γενετικού υλικού που αποτελεί κληρονομιά ολόκληρης της ανθρωπότητας. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι άλλο πράγμα η επιστημονική έρευνα σε εργαστήριο και άλλο τα πειράματα στην ανοικτή φύση, των οποίων οι συνέπειες είναι μη αναστρέψιμες. Πολύ περισσότερο που ορισμένες μελέτες αποκαλύπτουν14, ότι οι ΓΤΟ δεν διασφαλίζουν ούτε την ανθρώπινη υγεία, ούτε τη βιοποικιλότητα, ούτε προσφέρουν κανένα πλεονέκτημα στους παραγωγούς και καταναλωτές, ούτε τέλος επιλύουν το πρόβλημα του υποσιτισμού και της πείνας, παρέχοντας μόνο κέρδη στο «καρτέλ βιοτεχνολογίας» που αποτελείται από μικρό αριθμό πολυεθνικών με επικεφαλής τις Monsanto, Syngenta, Bayer, Dupont, Group Limagrain, Sakata, KWS, Delta & Pine Line, κ.ά.

 

3. Διατροφική κρίση και πολιτική τροφίμων στην Ελλάδα

Δυστυχώς η ασκούμενη αγροτική πολιτική των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ την τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα και οι κατευθύνσεις της νέας ΚΑΠ της ΕΕ, οδηγούν τον αγροτικό τομέα σε πλήρη αποδιάρθρωση εντείνοντας τη διατροφική κρίση. Η αποδέσμευση των επιδοτήσεων από την παραγωγή, σε συνδυασμό με τις εξευτελιστικές τιμές στους παραγωγούς και την αύξηση του κόστους παραγωγής, συνετέλεσαν στη μείωση του όγκου και της αξίας της και αντίστοιχα του αγροτικού εισοδήματος. Σειρά από βασικές καλλιέργειες έχουν υποστεί δραματική συρρίκνωση (τευτλοκαλλιέργεια από 418.000 στρέμματα το 2005 σε 58.000 το 2011, μαλακό σιτάρι από 1,6 σε 1,2 εκατ. στρέμματα, βιομηχανική τομάτα από 1.200.000 σε 600.000 τόνους, σουλτανίνα από 39.000 σε 1000 τόνους (!!) κοκ). Η μείωση του όγκου παραγωγής, μείωσε την προστιθεμένη αξία παραγωγής κατά 28% ή κατά 2,1 δις € στο διάστημα 2006-10, μειώνοντας παραπέρα το αγροτικό εισόδημα κατά 13,5%15.

Η μείωση του αγροτικού εισοδήματος επιδεινώθηκε και από την αύξηση του κόστους παραγωγής (ζωοτροφές, φάρμακα, λιπάσματα, κ.ά.) και τις χαμηλές τιμές στους παραγωγούς, εξαιτίας της δράσης των διαφόρων καρτέλ. Αντίθετα, προς την κατανάλωση οι τιμές συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία διευρύνοντας παραπέρα τη γνωστή «ψαλίδα τιμών». Ειδικότερα οι τιμές ζωοτροφών, στο διάστημα Ιούν.’10 – Ιούν.’11 αυξήθηκαν στο κριθάρι 24,5%, στο καλαμπόκι 32,2%, στο πίτουρο 24% και στο σανό 12,6%, ενώ οι τιμές παραγωγών στο χοιρινό κρέας μειώθηκαν κατά 6,7%, στο πρόβειο 13%, στο κατσικίσιο 12% και στο γάλα 4 ως 6 λεπτά το κιλό16. Από την άλλη, οι τιμές στα περισσότερα είδη τροφίμων «τρέχουν» με ετήσιο ρυθμό 10-15%, παρ’ ότι ο επίσημος τιμάριθμος «τρέχει» με 3,6%. Οι μεγάλες ανατιμήσεις είναι ουσιαστικά απόρροια των ολιγοπωλιακών δομών και της ανεξέλεγκτης δράσης των μεσαζόντων και των αλυσίδων Super-Markets17 στους βασικούς κρίκους της διατροφικής αλυσίδας, ενώ η αύξηση των έμμεσων φόρων (ΦΠΑ από 8% σε 9%) επιβαρύνει επιπλέον με 1,5-2% ποσοστιαίες μονάδες τις τιμές.

Οι πιο πάνω εξελίξεις στον αγροτικό τομέα, έχουν μειώσει δραματικά τη διατροφική αυτάρκεια της χώρας, με αποτέλεσμα τη διόγκωση των εισαγωγών και του εμπορικού ελλείμματος και την ένταση της «διατροφικής εξάρτησης». Ειδικότερα το έλλειμμα αγροτικών προϊόντων ανήλθε (2009) σε 2,3 δις € και κατά το μεγαλύτερο μέρος αφορούσε εισαγωγές κτηνοτροφικών προϊόντων (1,9 δις € ή το 30% της αξίας των εισαγομένων τροφίμων). Η αυτάρκεια της χώρας σε κτηνοτροφικά από την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ/ΕΕ σταθερά μειώνεται (κοτόπουλα από 100% το 1980 σε 67% το 2010, βοδινό από 66% σε 27%, χοιρινό από 84% σε 41% και αιγοπρόβειο από 92% σε 80%). Όμως και στον τομέα των φυτικών προϊόντων, έχουμε μείωση αυτάρκειας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη ζάχαρη, όπου από την 100% κάλυψη αναγκών το 2006 (320.000 τόνους), λόγω της μείωσης της τευτλο-καλλιέργειας και του κλεισίματος δύο εργοστασίων ζάχαρης με τη νέα ΚΑΠ, η παραγωγή περιορίστηκε στους 35.000 τόνους (!), κάνοντας εισαγωγές κυρίως από Γαλλία. Ωστόσο, μεγάλες είναι και οι ευθύνες των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ τις τελευταίες δεκαετίες που στο όνομα της «ελευθερίας των αγορών», δεν εφάρμοσαν πολιτική ενίσχυσης των μικρομεσαίων παραγωγών και «διατροφικής αυτοδυναμίας» της χώρας.

Δυστυχώς, η νέα μεταρρύθμιση της ΚΑΠ με ορίζοντα το 2014-2020, οξύνει κι άλλο το πρόβλημα. Το γενικότερο πλαίσιο πολιτικής, στο όνομα της «αντιμετώπισης του χρέους», σε συνδυασμό με τη μείωση της αγροτικής παραγωγής και την αύξηση της διατροφικής εξάρτησης, θα επιδεινώνουν τη θέση των αγροτών και τις οικονομικές δυσκολίες της χώρας, με δραματικές συνέπειες στον ελληνικό λαό. Ειδικότερα η πρόταση της Κομισιόν για περιορισμό των κονδυλίων προς τη γεωργία στο 37,7% του προϋπολογισμού της ΕΕ, σε σχέση με 41,7% τώρα, στο διάστημα 2007-2013, δείχνει ότι η εισοδηματική κατάσταση των μικρομεσαίων παραγωγών θα επιδεινωθεί, με ταυτόχρονη μείωση της εισροής πόρων στη χώρα κατά 5-9%. Από την άλλη, η αλλαγή του τρόπου κατανομής των ενισχύσεων (περιφερειακό μοντέλο όπου όλα τα «δικαιώματα» ενίσχυσης είναι ίσης αξίας με βάση την επιλέξιμη γη ή τους βοσκοτόπους της περιφέρειας), χωρίς να αλλάξει τελικά η δομή τους σε όφελος των μεγάλων παραγωγών, θα επιδεινώσει τη θέση των μικροπαραγωγών. Προκύπτει κατά συνέπεια ως ζωτική ανάγκη η εφαρμογή εναλλακτικής αγροτικής πολιτικής, εξασφάλισης «διατροφικής αυτοδυναμίας» της χώρας, στήριξης της οικογενειακής γεωργίας, ελέγχου της ποιότητας τροφίμων, καθώς και προστασίας των καταναλωτών από τις «καταχρηστικές πρακτικές» των μεγάλων εταιριών.

 

4. Αυτοδυναμία τροφίμων και οικοσοσιαλιστική προοπτική

Ειδικότερα η αντιμετώπιση της διατροφής κρίσης και των μεγάλων ανατιμήσεων ειδών διατροφής και η διασφάλιση της ποιότητας των τροφίμων, απαιτεί την καταπολέμηση των βασικών αιτίων που τις γενούν, σε εθνικό όσο και διεθνές επίπεδο. Πρόκειται για καθαρά πολιτικό ζήτημα που προϋποθέτει και τους ανάλογους συσχετισμούς πολιτικών δυνάμεων. Ωστόσο, με κινητοποιήσεις και παρεμβάσεις, μπορούν κατ’ αρχήν να ληφθούν μέτρα περιορισμού της οξύτητάς του, στην προοπτική της ριζικής αντιμετώπισης του. Στα πλαίσια αυτά χρειάζονται άμεσα μέτρα στήριξης των λαϊκών στρωμάτων που θίγονται από την ακρίβεια και ταυτόχρονα μέτρα στήριξης της οικογενειακής γεωργίας, αύξησης της παραγωγής τροφίμων σύμφωνα με τις ανάγκες της χώρας.

Το διεθνές αγροτικό κίνημα «Via Campesina», επισημαίνει ότι η πολιτική «αυτοδυναμίας τροφίμων» (food sovereignty), μπορεί να συμβάλει αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση του διατροφικού προβλήματος18. Δεν χρειάζονται μέτρα εντατικοποίησης της παραγωγής και συγκέντρωσής της σε λιγότερες μονάδες, αλλά μέτρα στήριξης των μικρομεσαίων αγροτών, για παραγωγή μεγάλης ποικιλίας προϊόντων που θα εξασφαλίσουν ισοζύγιο τροφίμων με βάση τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς. Οι τιμές των προϊόντων πρέπει να σταθεροποιηθούν σε λογικό επίπεδο, για τους παραγωγούς όσο και τους καταναλωτές, δηλ. να καλύπτουν το κόστος παραγωγής και ένα λογικό όφελος υπέρ του παραγωγού. Να ενισχυθούν τα δίκτυα απευθείας διάθεσης των προϊόντων από τους παραγωγούς προς τους καταναλωτές. Να διασφαλιστεί το δικαίωμα των χωρών να επιβάλουν έλεγχο στις εισαγωγές και εξαγωγές τροφίμων και τις πρακτικές ντάμπινγκ, για προστασία της εγχώριας παραγωγής. Να στηριχτεί η παραγωγή ασφαλών ποιοτικά προϊόντων, παραδοσιακών και βιολογικών.

Πρέπει να σταματήσει η χρήση αγροτικών προϊόντων για παραγωγή «αγροκαυσίμων» εφόσον ανταγωνίζεται την παραγωγή τροφίμων. Ένα πρώτο βήμα θα ήταν η άμεση επιβολή «μορατόριουμ», σύμφωνα με την πρόταση του Jean Ziegler, πρώην υπεύθυνου του ΟΗΕ για τα «δικαιώματα στη διατροφή». Η δύναμη των πολυεθνικών εταιριών να περιοριστεί δραστικά και τα αγροτικά ζητήματα να βγουν έξω από τις αρμοδιότητες του ΠΟΕ. Στόχος της αγροτικής παραγωγής κάθε χώρας πρέπει να είναι η εξασφάλιση αυτοδυναμίας σε βασικά είδη διατροφής, ενώ οι εξαγωγές-εισαγωγές να παίζουν επικουρικό ρόλο. Οι μικρομεσαίοι παραγωγοί μπορούν να θρέψουν τον κόσμο, γι’ αυτό και πρέπει να θεωρούνται ως μέρος της λύσης του προβλήματος. Με κατάλληλες πολιτικές και μέτρα στήριξης, μπορούν να παράγουν τα αναγκαία τρόφιμα σε λογικές τιμές, για την αντιμετώπιση της διατροφικής κρίσης. Η πολιτική της «αυτοδυναμίας τροφίμων» δεν αφορά μόνο τις αναπτυσσόμενες αλλά και τις αναπτυγμένες χώρες (μαζί και την Ελλάδα) και εκφράζει τα συμφέροντα των μικρομεσαίων παραγωγών και λαϊκών καταναλωτών.

Συμπερασματικά, τα τρόφιμα πρέπει να γίνουν κεντρικό θέμα των συζητήσεων, όχι μόνο ως ποσότητα, αλλά κυρίως ως ποιότητα, ως συνήθειες διατροφής, ως σχέσεις παραγωγών-καταναλωτών, ως σχέσεις παραγωγής, πολιτισμού και παράδοσης, αντί για συμφέρον των πολυεθνικών. Η χρήση ΓΤΟ στην παραγωγή προϊόντων και ζωοτροφών να απαγορευτεί και να εφαρμοστεί άμεσα το διεθνές Πρωτόκολλο της Καρθαγένης για τη Βιοασφάλεια. Η ποιοτική γεωργία και η βιώσιμη αγροτική ανάπτυξη να γίνουν θεμελιώδεις αρχές της αγροτικής πολιτικής, ειδικά για τις ευρωπαϊκές χώρες του Νότου σε συνδυασμό με την προώθηση της «Μεσογειακής δίαιτας».

Όσον αφορά την Ελλάδα, το φαινόμενα παρακμής της ελληνικής υπαίθρου, η επιδείνωση της θέσης των μικρομεσαίων αγροτών και οι δυσοίωνες προοπτικές ενόψει της νέας ΚΑΠ, φέρνουν επιτακτικά στο προσκήνιο την εφαρμογή «εναλλακτικής πολιτικής», βιώσιμης αγροτικής ανάπτυξης και απασχόλησης, ασφαλών τροφίμων, ισότιμης διεθνούς συνεργασίας και περιβαλλοντικής ισορροπίας. Η επεξεργασία μιας τέτοιας πολιτικής, σε αντιστοιχία με τα ζωτικά συμφέροντα των αγροτών και της ελληνικής κοινωνίας, δεν μπορεί παρά να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις συντελούμενες κλιματικές αλλαγές, τις τεχνολογικές εξελίξεις και συμμετοχή της χώρας στις διαδικασίες ευρωπαϊκής ενοποίησης και «παγκοσμιοποίησης» της οικονομικής ζωής, όχι με όρους αποδοχής «τετελεσμένων», αλλά αποτροπής αρνητικών εξελίξεων, βελτίωσης της θέσης των αγροτών και υπέρβασης των κυρίαρχων καπιταλιστικών σχέσεων, με προοπτική τον κοινωνικό μετασχηματισμό και το σοσιαλισμό.

Ειδικότερα η ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής και παραγωγικότητας της εργασίας, η διατήρηση της αγροτικής απασχόλησης ιδιαίτερα νέων παραγωγών, θα χρειαστεί να αποτελέσει τον κεντρικό άξονα ανάπτυξης της υπαίθρου, με την εφαρμογή κλαδικών πολιτικών στήριξης της γεωργο-κτηνοτροφικής δραστηριότητας και προστασίας της βιοποικιλότητας. Οι αγροτικές επιδοτήσεις να δίδονται με κριτήρια οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά και όχι προς όφελος των μεγάλων παραγωγών και ορισμένων κλάδων. Να εξασφαλιστεί συμπληρωματική εισοδηματική ενίσχυση στους αγρότες ορεινών, απομακρυσμένων και άγονων περιοχών που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κόστος παραγωγής. Επίσης στόχος της αγροτικής πολιτικής, σε ευρωπαϊκό αλλά και εθνικό επίπεδο, πρέπει να είναι ο έλεγχος της ασυδοσίας των πολυεθνικών, η μείωση της ψαλίδας τιμών μεταξύ παραγωγού-καταναλωτή, η συνολική ασφάλιση της αγροτικής παραγωγής, η παροχή αγροτικών συντάξεων για αξιοπρεπή διαβίωση, οι επενδύσεις σε έργα οικονομικο-τεχνικής υποδομής και σε κοινωνικές υπηρεσίες, η προώθηση του αγροτουρισμού, της προστασίας του λαϊκού πολιτισμού, των τοπικών παραδόσεων, κ.ά.

Μια εναλλακτική αγροτική πολιτική συνεπάγεται την προώθηση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, συμβατού με την υγιεινή διατροφή και την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και την καταπολέμηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και των κλιματικών αλλαγών, σοβαρές ευθύνες έχει το αγροχημικό μοντέλο της συμβατικής γεωργίας (χημική ρύπανση, αποψίλωση, υπεράντληση υπόγειων υδάτων, κ.ά.), το οποίο απαιτείται να αλλάξει, ακριβώς επειδή είναι σε βάρος τόσο των αγροτών, όσο και των λαών και της βιοποικιλότητας του πλανήτη.

Αφετηριακό ζήτημα στην προώθηση του μοντέλου της «βιώσιμης εναλλακτικής αγροτικής ανάπτυξης», είναι η απόρριψη της αντίληψης ότι η «αγορά» αποτελεί το βασικό μηχανισμό ρύθμισης των αγροτικών σχέσεων. Η ζωή όλο και πιο επιτακτικά προβάλλει την αναγκαιότητα ρύθμισης των αγορών με όρους κοινωνίας και περιβάλλοντος «επ’ ωφελεία» των μικρομεσαίων αγροτών, των καταναλωτών, της βιοποικιλότητας και του περιβάλλοντος. Οι κυριότεροι άξονες και τομεακές δράσεις στην προώθηση της συγκεκριμένης στρατηγικής, συνοψίζονται στην: Επεξεργασία Εθνικού σχεδίου βιώσιμης αγροτικής ανάπτυξης. Αναδιοργάνωση και δημοκρατική λειτουργία των φορέων άσκησης αγροτικής πολιτικής. Αναδιάρθρωση καλλιεργειών και αύξηση γεωργικής απασχόλησης. Έλεγχος τιμών, μείωση κόστους, στήριξη αγροτικού εισοδήματος και προστασία καταναλωτή. Ασφάλεια και ποιοτικός έλεγχος τροφίμων και ανάδειξη πλεονεκτημάτων «μεσογειακής διατροφής». Προστασία Σπόρων και βιοποικιλότητας. Βιώσιμο πρόγραμμα ανάπτυξης της Κτηνοτροφίας. Προστασία της παράκτιας αλιείας. Δασοπροστασία και ορθολογική διαχείριση υδατικών πόρων. Αγροτουρισμός και πολιτιστικές παραδόσεις. Εξυγίανση και ανάπτυξη των συνεταιρισμών. Οριζόντια μέτρα στήριξης των μικρομεσαίων αγροτών, κ.ά.

Η προώθηση της εναλλακτικής στρατηγικής «βιώσιμης αγροτικής ανάπτυξης» και ειδικότερων μέτρων πολιτικής, κάθετου και οριζόντιου χαρακτήρα, προϋποθέτει την ανάπτυξη ενός ριζοσπαστικού και ενωτικού αγροτικού κινήματος, αντίστασης στις ασκούμενες πολιτικές με στόχο την άμεση βελτίωση της θέσης των μικρομεσαίων αγροτών. Με την ανάπτυξη των αγώνων, δημιουργούνται παράλληλα οι πολιτικές προϋποθέσεις εφαρμογής του συνολικού εναλλακτικού σχεδίου βιώσιμης ανάπτυξης και «αυτοδυναμίας τροφίμων» και διασφάλισης των μακροπρόθεσμων όρων επιβίωσης των αγροτών. Η δημιουργία προϋποθέσεων μιας «εφ’ όλης της ύλης» αμφισβήτησης και υπέρβασης της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, δεν αφορά μόνο τους αγρότες, αλλά ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις, ιδιαίτερα την εργατική τάξη, τη ριζοσπαστική νεολαία, την προοδευτική διανόηση, μεσαία στρώματα των πόλεων και άλλες λαϊκές δυνάμεις.

Η έκφραση αυτών των δυνάμεων μέσα από τα «πολύχρωμα» κοινωνικά κινήματα, θα διαμορφώσει το μεγάλο «μπλοκ» των κοινωνικών δυνάμεων που εμπνέονται πολιτικά από τις ιδέες και τα οράματα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ιδέες και οράματα, που έχουν στόχο τη δημιουργία μιας ανώτερης κοινωνίας, της σοσιαλιστικής, όπου οι άνθρωποι θα είναι πάνω από τα κέρδη, χωρίς σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης, μιας κοινωνίας με δημοκρατία και ελευθερία, κοινωνική δικαιοσύνη, ισότιμη μεταχείριση και δυνατότητα ολόπλευρης ανάπτυξης της προσωπικότητας κάθε πολίτη. Μιας κοινωνίας όπου τη διεύθυνση των κοινωνικών υποθέσεων, θα έχουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι και οι πραγματικοί δημιουργοί του υλικού και πνευματικού πλούτου της κοινωνίας.

Αυτό το ιστορικό φορτίο ιδεών και αγώνων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, σε συνθήκες κλιματικών αλλαγών και διατάραξης της οικολογικής ισορροπίας, προσδίδει στο σοσιαλιστικό όραμα μια νέα διάσταση, την «οικοσοσιαλιστική», άρρηκτα δεμένη με την εναλλακτική στρατηγική της «αυτοδυναμίας τροφίμων». Η «οικοσοσιαλιστική λύση», δεν αποτελεί έναν ακόμα νεολογισμό, έναν ακόμα όρο στο λεξικό της πολιτικής επιστήμης, αλλά συμπυκνώνει τις ανάγκες υπέρβασης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος, με όρους «ανθρωπίνων αναγκών», «κοινωνικής δικαιοσύνης», «κοινωνικής απελευθέρωσης» και «οικολογικής ισορροπίας». Στόχος του οικοσοσιαλιστικού εγχειρήματος, είναι μια νέα κοινωνία βασισμένη στον οικολογικό ορθολογισμό, στο δημοκρατικό έλεγχο, στην κοινωνική ισότητα και πρωτοκαθεδρία της αξίας χρήσης επί της ανταλλακτικής αξίας. Αυτοί οι στόχοι απαιτούν δημοκρατικό σχεδιασμό που θα κάνει την κοινωνία ικανή να ορίσει επενδυτικούς και παραγωγικούς στόχους, όσο και νέα τεχνολογική δομή στις παραγωγικές δυνάμεις της ανθρωπότητας. Η κοινοκτημοσύνη των παραγωγικών μέσων, αντικαθιστά την καπιταλιστική ιδιοκτησία, ενώ η διατήρηση και αποκατάσταση των οικοσυστημάτων, θα είναι θεμελιώδες τμήμα όλης της ανθρώπινης δραστηριότητας. Στόχος πάντα η υπέρβαση των κυρίαρχων σχέσεων του συστήματος και επικέντρωση της ανθρώπινης δραστηριότητας στην ικανοποίηση των «κοινωνικών αναγκών» με εξασφάλιση ταυτόχρονα της οικολογικής ισορροπίας.

 

Σημειώσεις

1. Εξπρές, 14.1.11 και Αγροτικός Συνεργατισμός, Σεπτέμβρης ’11, σελ. 24.

2. Το Economist (24.2.11) αναφέρει ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα σε χώρες εξαγωγείς αγροτικών προϊόντων (Ρωσία, Αργεντινή, κ.ά.), οι πλημμύρες στον Καναδά και στο Πακιστάν, οι αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες Κίνας και Ινδίας, η αύξηση των μεγαλουπόλεων στις αναπτυσσόμενες χώρες, μείωση αγροτικού πληθυσμού, κ.ά., έχουν οδηγήσει σε υστέρηση της αύξησης της παραγωγής τροφίμων ως προς τη ζήτηση, θέτοντας το ερώτημα κατά πόσο ο πλανήτης θα μπορέσει να διαθρέψει 9 δισεκατομμύρια πληθυσμό το 2050 όταν σήμερα δεν μπορεί να διαθρέψει 7 δισεκατομμύρια. www.economist.com.

3. Η παγκόσμια παραγωγή σιτηρών το 2007/2008 υπολογίζεται σε 2.108 εκατ. τόνους (+4,7% σε σχέση με το 2006/2007). Η αύξηση ήταν αρκετά πάνω από το μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας (2%). Η μέση κατανάλωση δημητριακών για παραγωγή τροφίμων το 2007/2008 υπολογίζεται σε 1009 εκατ. τόνους (αύξηση 1%), για ζωοτροφές 756 εκατ. τόνους (αύξηση 2%) και για άλλες χρήσεις 364 εκατ. τόνους, μεταξύ των οποίων και για «αγροκαύσιμα», ενώ τα παγκόσμια αποθέματα υπολογίζονται σε 405 εκατ. τόνους (μείωση 5%). Η μικρή υστέρηση της αύξησης της προσφοράς σε σχέση με τη ζήτηση, μπορεί άνετα να αντιμετωπιστεί, μακριά από τα κερδοσκοπικά παιγνίδια και να εξασφαλιστούν σταθερές τιμές σε παραγωγούς και καταναλωτές.

4. Έθνος, 28.1.11.

5. Για πιο αναλυτικά βλέπε Γ. Τόλιος (2009), Περιβάλλον και Αγροτική Πολιτική σε συνθήκες Παγκοσμιοποίησης. Εναλλακτική Πολιτική Αυτοδυναμίας Τροφίμων, εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα, σελ. 47-73.

6. Για μεγαλύτερη ανάλυση βλέπε, Ευάγγελος Νικολαΐδης: Γεωργία, Περιβάλλον, Διατροφή, Η Ελληνική Γεωργία στο Παγκόσμιο Αγροτοδιατροφικό Σύστημα, Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 2010.

7. Στα πλαίσια των συμφωνιών του ΠΟΕ, υπάρχει δέσμευση για φιλελευθεροποίηση της αγοράς αγροτικών προϊόντων, με μείωση δασμών (σημαντική απώλεια δημοσιονομικών εσόδων των αναπτυσσομένων χωρών) και εισαγωγές τουλάχιστον στο 5% της εγχώριας κατανάλωσης.

8. Οι εικόνες εξαθλιωμένων από λιμό σε χώρες της Αφρικής, δεν είναι άσχετες από τις πολιτικές που προωθούν οι πολυεθνικές και η Παγκόσμια Τράπεζα. Η τελευταία διευκολύνει την αγορά τεράστιων εκτάσεων γης από ιδιωτικές εταιρίες, για παραγωγή αγροτικών προϊόντων με στόχο τις εξαγωγές παρά για τις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού. Στην Αιθιοπία, μια χώρα που πλήττεται από λιμό, το 2008 η κυβέρνηση διέθεσε 3.500.000 στρέμματα σε ξένες ιδιωτικές εταιρίες και θα παραχωρήσει άλλα 250.000 το 2012 (Ελευθεροτυπία, 16.10.11). Το αποτέλεσμα είναι ο εκτοπισμός των μικρών αγροτικών εκμεταλλεύσεων με πολυάριθμο αγροτικό πληθυσμό από λίγα μεγάλα αγροκτήματα που απασχολούν λίγους εργάτες γης, διώχνοντας χιλιάδες ξεριζωμένους στις πόλεις. Παράλληλα, με την εφαρμογή της «συμβολαιακής γεωργίας» μετατρέπουν μεγάλο μέρος του αγροτικού πληθυσμού σε ένα νέο είδος «δουλοπάροικων», πλήρως εξαρτημένων από τις «αγρο-διατροφικές» εταιρίες.

9. Σύμφωνα με στοιχεία του FAO, το διατροφικό έλλειμμα των χωρών της Δυτικής Αφρικής, αυξήθηκε κατά 81% στη δεκαετία 1995-2004. Την ίδια περίοδο, οι εισαγωγές δημητριακών αυξήθηκαν κατά 102%, ζάχαρης 83%, γαλακτοκομικών 152% και στα πτηνοτροφικά κατά 500%. Ωστόσο, η περιοχή έχει μεγάλες δυνατότητες παραγωγής τροφίμων και υποκατάστασης εισαγωγών, με προϋπόθεση την εφαρμογή πολιτικής που αντιβαίνει τα δόγματα της «ελευθερίας των αγορών».

10. Η παραγωγή «αγροκαυσίμων» (agrofuels) με τη χρήση αγροτικών προϊόντων, παρά τις προσδοκίες που δημιούργησε για την απασχόληση των αγροτών και για μείωση της περιβαλλοντικής ρύπανσης, γρήγορα αποδείχτηκε ότι έχει πολύ περιορισμένα οφέλη, ενώ οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες ήταν άκρως αρνητικές. Γι’ αυτό χρειάζεται άμεσα να «παγώσει» η παραγωγή τους και να αναζητηθούν νέες πηγές ενέργειας, κυρίως ανανεώσιμες (αιολική, φωτοβολταϊκά, υδρογόνο, κ.ά.).

11. Σύμφωνα με το «αμερικανικό ομοσπονδιακό γραφείο γεωργίας», το 50% της ανόδου των τιμών στα τρόφιμα οφείλεται στην αύξηση των τιμών του πετρελαίου και 15% στην παραγωγή βιοκαυσίμων, ενώ από πλευράς όγκου παραγωγής, μόνο το 1% προς το παρόν της παγκόσμιας παραγωγής σιτηρών χρησιμοποιείται για «αγροκαύσιμα».

12. Financial Times, 6.5.08.

13. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με πρότασή της (αρχές 2011), προσπάθησε να περάσει από το «παράθυρο» την άδεια καλλιέργειας «μεταλλαγμένων» ή διαγονιδιακών καλλιεργειών στην ΕΕ, εισηγούμενη τη δυνατότητα να απαγορεύουν όσες χώρες θέλουν τις συγκεκριμένες καλλιέργειες, με αντάλλαγμα να μην μπλοκάρουν την έγκριση νέων μεταλλαγμένων καλλιεργειών. Η συγκεκριμένη πρόταση όμως απερρίφθη από τους υπουργούς Περιβάλλοντος όπως και από το Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο με μεγάλη πλειοψηφία (584 υπέρ, 84 κατά και 31 αποχές) ενέκρινε το δικαίωμα των χωρών να αποφασίζουν την απαγόρευσή τους στο όνομα της προφύλαξης, προστασίας της βιοποικιλότητας, κινδύνων επιμόλυνσης συμβατικών καλλιεργειών, κ.ά. Ταυτόχρονα, στο όνομα της αρχής ο «ρυπαίνων πληρώνει», υιοθέτησε την ευθύνη εκείνων που παράγουν μεταλλαγμένα σε περίπτωση επιμόλυνσης συμβατικών ή βιολογικών καλλιεργειών με ΓΤΟ (Ναυτεμπορική, 6.7.11).

14. Στο βιβλίο της Marie-Monique Robin, Φάκελος Monsanto, ένας Γενετικός Εφιάλτης, εκδ. Πάπυρος, 2010, επισημαίνεται ότι, βάζοντας στη «μηχανή αναζήτησης» τη λέξη «μόλυνση» το όνομα της Monsanto αναφέρεται 343.000, τη λέξη «εγκληματικός» 165.000, «διαφθορά» 129.000, «νόθευση επιστημονικών δεδομένων» 115.000, κοκ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Monsanto, ως χαρακτηριστική περίπτωση χρηματιστικού κεφαλαίου. Το 2006 (σελ. 496 του βιβλίου) κύριοι μέτοχοι της Monsanto ήταν: a) Fidelity Investment (9,1%), Axa (6,1%), Deutsche Bank (3,6%), Primecap Management (3,6%), State Street Cor. (3%), Barclays Bank (3%), Morgan Stanley (2,9%), Goldman Sachs (2,7%), Vanguard Group (2,5%), Lord Abbett & Co (2,4%), American Century Investment Management (2,4%), General Electric (2,3%).

15. Για μεγαλύτερη ανάλυση βλέπε, Αγροτικός Συνεργατισμός, τεύχος 101, Σεπτέμβρης 2011, σελ. 8 κ.ε.

16. Ριζοσπάστης, 11.9.11.

17. Σύμφωνα με έρευνα της ΠΑΣΕΓΕΣ, η συγκέντρωση της διακίνησης τροφίμων στην Ελλάδα παραμένει υψηλή, καθώς 3 από τις μεγαλύτερες αλυσίδες του κλάδου (2009) κατέχουν το 34,1% των συνολικών πωλήσεων και οι 5 το 44,8%, με τάση παραπέρα ανόδου. Αγροτικός Συνεργατισμός, τεύχος 101, Σεπτέμβρης 2011, σελ. 13.

18. Για αναλυτικότερη παρουσίαση της πολιτικής «Αυτοδυναμίας Τροφίμων», βλέπε Διακήρυξη 5ης Διεθνούς Διάσκεψης της «Via Campesina», Ο Δρόμος των Αγροτών, Αύγ.-Σεπτ. 2008, Αθήνα, έκδοση ΝΕΑΚ.

 

*Ο Γιάννης Τόλιος είναι διδάκτωρ οικονομικών επιστημών. Το παρόν άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα της Μαρξιστικής Σκέψης στην περιβαλλοντική κρίση, τόμος 4, Ιανουάριος-Μάρτιος 2012, σελ. 173-85, http://marxistikiskepsi.gr/.

Share this Article

2 Comments

There are currently 2 Comments on Διατροφική κρίση: κοινωνία, βιοποικιλότητα, περιβάλλον. Perhaps you would like to add one of your own?

  1. Συγχαρητήρια. Πολύ εμπεριστατωμένη προσέγγιση. Η οικολογική δημοκρατία, η διατροφική δημοκρατία αποτελούν έναν από τους πυρήνες της σύγχρονης άσκησης της πολιτικής που σέβεται το δικαίωμα του ανθρώπου στην τροφή (άρθρο 25 στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 1944). Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να βοηθήσει ούτε στη διατροφική δημοκρατία, ούτε και στην οικολογική δημοκρατία..

    • Με ευχαρίστηση το πόρταλ μας θα περιμένει και τη δική σας -σίγουρα θα είναι- εμπεριστατωμένη άποψη γύρω από το θέμα αυτό, προκειμένου να ευνοηθεί ο διάλογος για το τόσο σημαντικό αυτό πρόβλημα

Leave a Comment